Πρωτομαγιά 1916 στη Σπάρτη

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Όσοι αρμενίζουν στο παρελθόν της πόλης μας με σχεδία τις παλιές φωτογραφίες, συχνά ανταμώνουν στο ταξίδι τους αυτό μια φωτογραφία που υποσημειώνεται «Σπάρτη 1916 – Πρωτομαγιά». Η φωτογραφία δείχνει μια μεγάλη συντροφιά σπαρτιατόπουλων να ποζάρουν μέσα στις πρασινάδες και στα λουλούδια του Μαγιού, χαμογελαστοί και ανθοστεφανωμένοι, με τα μαντολίνα και τις κιθάρες τους στα χέρια και τα ποτήρια τους γεμάτα.

Κοιτάζοντας κάποιος αυτήν την όμορφη, γεμάτη ζωή και νεανική χαρά φωτογραφία, σίγουρα πλάθει μες στο μυαλό του, μετά από 105 χρόνια, μια πρωτομαγιάτικη ιστορία για τα χρόνια εκείνα και γι’ αυτά τα νέα (τότε) παιδιά, που σήμερα δεν ζουν πια.

Όμως, υπάρχει καταγεγραμμένη η αληθινή ιστορία αυτής της φωτογραφίας και της Πρωτομαγιάς του 1916 στη Σπάρτη, από έναν νεαρό εκείνου του καιρού που συμμετείχε στην πρωτομαγιάτικη εξόρμηση και, φυσικά, βρίσκεται μέσα στη φωτογραφία.

Ο νεαρός σπαρτιάτης που διέσωσε τη μαρτυρία για τη φωτογραφία αυτή και την Πρωτομαγιά του 1916 είναι ο Αλέκος Παναγιωτόπουλος (δεύτερος με το μαντολίνο από δεξιά), ο κοσμαγάπητος σπαρτιάτης μουσικός και μουσουργός, που το έργο του μοσχοβόλησε όλο το άρωμα της μεγάλης αγάπης και αφοσίωσής του για τη Σπάρτη, την οποία έκανε πηγή της πλούσιας έμπνευσης και προσφοράς του στη Μουσική, στον Πολιτισμό και στην Εκπαίδευση.

Το 1916 ήταν μια ακόμα δύσκολη και σκοτεινή χρονιά για την Ελλάδα. Ο εθνικός διχασμός (Βενιζέλος – Κωνσταντίνος) βρισκόταν στο αποκορύφωμά του και κατέτρωγε τα σπλάχνα της πατρίδας μας. Με ζητούμενο τη συμμετοχή της Ελλάδας στον α’ παγκόσμιο πόλεμο η χώρα διαιρέθηκε (ΚΑΙ γεωγραφικά) σε δύο αντίπαλες παρατάξεις, που αντικατόπτριζαν τους αντιμαχόμενους συνασπισμούς του πολέμου. Τα επόμενα χρόνια ήταν χρόνια μεγάλων και σημαντικών γεγονότων και ανακατατάξεων: Η Ελλάδα, τελικά, στα 1917, βγήκε στον α’ παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η επιλογή του Βενιζέλου δικαιώθηκε εθνικά, η χώρα βρέθηκε με το μέρος των νικητών και η Μεγάλη Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» για την οποία μιλούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος γινόταν πραγματικότητα. Ύστερα, όμως, τη μεγάλη εθνική ανάταση ακολούθησε η μικρασιατική καταστροφή, οι συνέπειες της οποίας ακόμα βαρύνουν τον ελληνισμό.

Μέσα σ’ αυτή τη δίνη των καιρών, τα σπαρτιατόπουλα του 1916 άφησαν τον άνεμο της νιότης τους να καθαρίσει τον ουρανό τους από τα μαύρα σύννεφα και σχεδίασαν τον γιορτασμό της Πρωτομαγιάς τους:

«Η δική μας εποχή άρχισε από το 1915 και διήρκεσε ως το 1919, που μας επήραν στρατιώτες. (…) Μια από τις ωραιότερες αναμνήσεις της παιδικής μου ζωής είναι η Πρωτομαγιά του 1916. Λίγες μέρες πριν είχα γράψει με τον Καράντζα και το τραγουδάκι της. (…) Ετοιμαζόμαστε, λοιπόν, για την Πρωτομαγιά που έφθανε σε λίγες ημέρες. Γιατί το ωραιότερο μέρος του εορτασμού της Πρωτομαγιάς στη Σπάρτη εκείνα τα χρόνια, ήταν το βράδυ που οι μαθηταί των δύο μεγάλων τάξεων του Γυμνασίου έμπαιναν στην Σπάρτη κατεβαίνοντας από τον Μυστρά, στεφανωμένοι με λουλούδια και τραγουδώντας. Κατέληγαν στην Κάτω Πλατεία και αφού εχόρευαν ελληνικούς χορούς διελύοντο.

Εμείς θέλαμε εκείνη τη χρονιά να τη γιορτάσουμε καλύτερα από κάθε άλλη, αφού μάλιστα είχαμε γράψει και το επίκαιρο τραγούδι. Είχαμε συμφωνήσει όλη η παρέα, να κάνωμε εξαίρεσι εκείνη την παραμονή της Πρωτομαγιάς και να κοιμηθούμε ενωρίς για να μην είμαστε ψόφιοι την άλλη ημέρα που θα πηγαίναμε να γλεντήσουμε στο Μυστρά. Δε βαρυέσαι όμως! Δεν με είχε πάρει ακόμη ο ύπνος και ο Βάσσος είχε σκαρφαλώσει στο παράθυρό μου και μου χτυπούσε το τζάμι να ξυπνήσω. Εξύπνησα και τον αδελφό μου και οι τρεις με τα μανδολινοκίθαρα αρχίσαμε να γυρίζουμε στα σπίτια των φίλων μας και να τους ξυπνούμε.

Κατά τα μεσάνυχτα είχαμε πια απαρτία χορωδίας και αρχίσαμε να γυρίζουμε στους δρόμους της Σπάρτης τραγουδώντας το καινούριο μας τραγουδάκι της Πρωτομαγιάς. Όλα τα παράθυρα άνοιγαν. Οι χωροφύλακες αυτή πια τη βραδιά μάς άφηναν ελεύθερους. Όταν εφθάσαμε κάτω από το σπίτι του Γεράσιμου και αρχίσαμε να τραγουδάμε την “Πρωτομαγιά”, ήρθαν σιγά-σιγά δίπλα στη χορωδία μας προς ενίσχυσιν οι τρεις παληοί κανταδόροι, Χαρίλαος Ψαράς, Νίκος Φίλιας και Γιώργης Αραπατσουλέας, που ήσαν κατά είκοσι τουλάχιστο χρόνια μεγαλύτεροί μας. Ο Λεωνίδας Μαυρομιχάλης, που ήταν ο μπάσσος μας, ενθουσιασμένος κοντά στον υπέροχο Ψαρά, έβαζε όλα τα δυνατά του για να μην υστερήση.

Επάνω στο φόρτε του τραγουδιού μας, βλέπουμε τον Κούλη να κατεβαίνει τρεχάλα από τις σκάλες του με τα σώβρακα και τα παπούτσια στα χέρια για να προφθάση να πάρη μέρος κι αυτός στο τραγούδι! Αυτή η στιγμή μού έχει μείνει αλησμόνητη!

Αφού εγυρίσαμε έως τα ξημερώματα σε όλους τους δρόμους της Σπάρτης, ετραβήξαμε πια το πρωί για το Μυστρά.

Πόσο μου κακοφαίνεται τώρα, όταν βρίσκωμαι καμμιά παραμονή Πρωτομαγιάς στη Σπάρτη και δεν ακούω πουθενά κανένα τραγούδι. Πού είναι τα χρόνια εκείνα!

Θυμάμαι σαν να ήταν χθες, που όταν μέσα από τα χωράφια ανεβαίναμε από το Μυστρά προς τη “Μαρμάρα”, μου έλεγε ο φίλος μου Νίκος Βαλασάκης που με κρατούσε αγκαζέ: “Για σκέψου, βρε κουμπαράκι, ότι κάποια μέρα θα γεράσουμε και δεν θα μπορούμε να γλεντήσουμε!”. Και έχουν περάσει από τότε 46 ολόκληρα χρόνια!

Όλη σχεδόν την ημέρα της Πρωτομαγιάς την περάσαμε εκεί στην περίφημη “Μαρμάρα” κάνοντας ό,τι ανοησία μπορεί να φαντασθή κανείς. Αρχίσαμε πρωί-πρωί να πίνουμε κρασί και σε λίγο επέφταμε μεθυσμένοι, ξεροί στα γεννήματα για ύπνο. Άλλοι ανέβαιναν στην πελώρια εκείνη πλατάνα και εκινδύνευαν να πέσουν και να τσακισθούν. Άλλοι έμπαιναν από την τρύπα μέσα στη βρύση και άρχιζαν να πετούν στους απ’ έξω πέτρες. Δυστυχώς τα αγόρια αυτής της ηλικίας δεν ξέρουν να γλεντήσουν. Είχε δίκιο ο Μπέναρ Σω, όταν απήντησε σε κάποιον που τον ρώτησε: “Ποιο πράγμα στη ζωή είναι το καλύτερο”; “Είναι τα νιάτα, αλλά επήγε ο Θεός και τα έδωσε στα παιδιά!”.

Είχαμε πάρει μαζί μας κι ένα αστείο μάγειρα, που τον ελέγαμε “Τι κανάκιας” για να μας ψήση το αρνί. Το μεσημέρι εφάγαμε με μεγάλη όρεξι και το ερρίξαμε πάλι στον ύπνο. Το απόγευμα ξυπνήσαμε, ερρίξαμε νερό στα μούτρα μας για να συνέλθουμε από το μεθύσι και με το φωτογράφο Δημητρίου εβγάλαμε την ιστορική φωτογραφία που πολλές φορές έχουν δημοσιεύσει τα Σπαρτιατικά φύλλα. Θυμάμαι που εκάναμε μισή ώρα ώσπου να την τραβήξωμε, γιατί ο φωτογράφος ήταν κι αυτός μεθυσμένος και οι περισσότεροι από μας δεν είχαν ακόμη ξεμεθύσει. Ο αλησμόνητος φασαρίας Μίμης Καρελλάς ξαφνιάστηκε την άλλη μέρα όταν είδε στη φωτογραφία τη φάτσα του, γιατί δεν θυμόταν πότε την ετραβήξαμε!

Το ωραιότερο από όλο τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς αυτής εκτός από τη βραδυνή καντάδα ήταν η είσοδός μας το βράδυ στη Σπάρτη.

Στεφανωμένοι με λουλούδια και τραγουδώντας την “Πρωτομαγιά” εμπήκαμε στην πόλι.

Καλώς ήρθες με τις τόσες Μάη ομορφιές

να σκορπίσης μες στη Σπάρτη πάλι μυρωδιές

καλώς ήρθες να μας φέρης τη χαρά

Μυρολουσμένη γλυκειά Πρωτομαγιά.

* * * *

Ευωδιές παντού σκορπίζουν,

ανθισμένα τα κλαδιά

και οι κάμποι πρασινίζουν,

ω γλυκειά Πρωτομαγιά.

* * * *

Τρέχτε όλοι στα περβόλια

και στις εξοχές

που τις πράσινες φορούν

δροσάτες φορεσιές.

Τρέχτε όλοι και γιορτάστε,

βρε παιδιά, λουλούδια μάστε

για την Πρωτομαγιά.

* * * *

Με στεφάνια από λουλούδια

και με δροσερά κλαδιά

χαρωπά γλυκά τραγούδια

ψάλτε στην Πρωτομαγιά.

Τρέχτε κει όπου τραγούδια

γέλια μας καλούν

κει που γάργαρα ρυάκια

τα νερά κυλούν.

Τρέχτε κει που τραγουδούνε

τα πουλιά

την ανθισμένη

γλυκειά Πρωτομαγιά.

* * * *

Τα πουλάκια κελαϊδούνε

μες στη νιόχτιστη φωληά

και στην πλάσι όλα γελούνε,

ω γλυκειά Πρωτομαγιά.

(Από τότε που έγραψα την “Πρωτομαγιά”, κάθε άλλο πρωτομαγιάτικο τραγούδι έπαψε σιγά-σιγά να τραγουδιέται στη Σπάρτη).

Προχωρήσαμε κατεβαίνοντας την οδό Αμαλίας (σημερινή Λυκούργου) και καταλήξαμε στο ζαχαροπλαστείο Οικονομόπουλου, εκεί που τώρα είναι ο κινηματογράφος “Φλοράλ”. Όλος ο κόσμος γύρω-γύρω μάς καμάρωνε και άκουγε τη χορωδία και τη μανδολινάτα μας. Ο τότε Νομάρχης αλησμόνητος Ζαχαρίας Παπαντωνίου, επλησίασε και συνεχάρη εμένα και τον Καράντζα για το ωραίο τραγουδάκι μας. Κι ενώ τα πράγματα επήγαιναν έτσι ωραία, πλησιάζει έξαφνα ο γυμνασιάρχης μας Σκορδούλης και μας λέει σε αυστηρό τόνο: “Να φάτε το γλυκό σας και να διαλυθήτε αμέσως”. Και έφυγε. Όλος ο γύρω κόσμος τότε δυσαρεστήθη και άρχισε να μας προτρέπη να μη διακόψουμε τη διασκέδασί μας που τόσο διασκέδαζε κι αυτούς.

Εμείς επήραμε τότε θάρρος και αρχίσαμε πάλι το τραγούδι. Έρχεται σε λίγο ο γυμνασιάρχης πάλι αγριεμένος πολύ και αρπάζοντας τον Καράντζα από το γιακά τού λέει: “Δεν σας είπα να διαλυθήτε;”. Εκείνη τη στιγμή κάποιος από τον κόσμο, που ποτέ δεν κατορθώσαμε να μάθουμε ποιος ήταν, φωνάζει δυνατά: “Αούα Σκορδούλη!”.

Ήταν απερίγραπτος ο πανικός που επηκολούθησε! Εντός δευτερολέπτων είχαν αναποδογυρισθή τα τραπέζια και έσπασαν τα ποτήρια, γιατί κυττάξαμε ποιος να το πρωτοσκάση. Και ο περίφημος μάγειράς μας “Τι κανάκιας” ακόμα πέταξε τρομαγμένος μια πελώρια κλάρα από έλατο που κρατούσε και χάθηκε! Την άλλη ημέρα όλοι μας είχαμε φοβηθή πως θα φάμε καμιά μεγάλη αποβολή από το σχολείο. Παραδόξως όμως δεν μας έκαναν ούτε μια παρατήρησι.

Καθώς εμάθαμε αργότερα, ο Οικονομίδης που είχε μεγάλο κύρος στο Σύλλογο των καθηγητών, είπε στη συνεδρίασι που έγινε, πως δεν εκάναμε καμμία ασχημία και ότι δεν θα έπρεπε να επέμβη ο γυμνασιάρχης και να μας διακόψη την πρωτομαγιάτικη διασκέδασί μας, που είχε πια επικρατήσει στη Σπάρτη ως έθιμον. Και πως δεν έφταιγαν οι μαθηταί, αν κάποιος από τον κόσμο φώναξε το “Αούα!”.

Σε λίγες μέρες άρχιζαν οι εξετάσεις μας. Όταν τον Ιούνιο ετελείωσαν και εξεδόθησαν τα αποτελέσματα, οι μεν Καράντζας, Μαυρομιχάλης, Καπάνταης, Βαλασάκης και άλλοι επήραν τα απολυτήριά τους, εγώ δε με το Βάσσο και Κούλη προβιβαστήκαμε για την τέταρτη τάξι. Οι απολυθέντες σε λίγες μέρες έκαναν έξω από το ζαχαροπλαστείο Οικονομόπουλου ένα αποχαιρετιστήριο γεύμα, στο οποίον εκάλεσαν κι εμάς τους τρεις. Ο Καράντζας είχε γράψει τους στίχους ενός τραγουδιού που εσατίριζε τη σχολική ζωή με τίτλο: “Ετελείωσαν τα βάσανά μας”, στο οποίον εγώ έγραψα τη μουσική. Μετά το γεύμα και την κρασοκατάνυξι, εκάναμε την ανοησία να πάμε κάτω από το παράθυρο του γυμνασιάρχη που έμενε στο ξενοδοχείο της “Αγγλίας” και να του τραγουδήσουμε.

Ο γυμνασιάρχης άνοιξε το παράθυρο και μας εφώναξε θυμωμένος: “Δεν ντρέπεσθε;”.

Εμείς το βάλαμε στα πόδια κατά το ποτάμι του Αγιο-Νικόλα, ενώ οι χωροφύλακες έτρεχαν να μας πιάσουν, γιατί είχαμε διαταράξει τη νυχτερινή ησυχία».

Αυτά έγραψε ο Αλέκος Παναγιωτόπουλος (1898-1992) για την Πρωτομαγιά εκείνη του 1916, στο βιβλίο του «Το Ημερολόγιο ενός Σπαρτιάτη μουσικού, 1900-1963», τότε που τα γυμνασιόπαιδα της Σπάρτης στόλισαν τη μέρα αυτή με τα νιάτα, το κέφι, το τραγούδι και πάνω απ’ όλα με τον αυθορμητισμό, την αθωότητα και τη φλόγα της νεανικής τους ψυχής, έτσι όπως στέκονταν, σαν νιόβγαλτα πουλάκια, στο ακροκλώναρο της οικογενειακής φωλιάς τους, έτοιμα να πετάξουν με τα δικά τους τα φτερά.

Τα ονόματά τους διασώθηκαν (εις μνημόσυνον αιώνιον) χάρη στον Αλέκο Παναγιωτόπουλο, ο οποίος τα κατέγραψε κάτω από τη δημοσιευμένη στο βιβλίο του φωτογραφία:

Α’ σειρά, καθήμενοι, εξ αριστερών:

1. Καλαβρυτινός Χρ.

2. Κόντης Π.

3. Παπαγιαννόπουλος Ευάγγ.

4. Μαυρομιχάλης Λεων.

5. Ρασσογιάννης Ν.

6. Νικολόπουλος Ν.

7. Κανέλλης …

8. Καπάνταης Σπ.

9. Παπαντώνης Γ.

10. Λεοναρδόπουλος Χρ.

11. Μανουσάκης Γ.

12. Βαρβιτσιώτης Σπ.

Β’ σειρά, όρθιοι εξ αριστερών:

1. Γεράσιμος Κυρ.

2. Ματάλας Ανδρέας

3. Παναγιωτόπουλος Ι.

4. Αλεξανδράκης Β.

5. Βαλασάκης Ν.

6. Πουλάκος Δ.

7. Γιαννακόπουλος Ν.

8. Ζαλούμης Γ.

9. Παναγιωτόπουλος Αλ.

10. Βελέντζας Αθ.

11. Αλεξανδράκης Αδ.

Γ’ σειρά, όρθιοι εξ αριστερών:

1. Δημάκος Δ.

2. (Άγνωστος)

3. Καρελλάς Δ.

4. Σκιαδάς Σ.

5. Παπανικολάου Δ.

6. Θεοδοσάκος Ε.

7. Γιατράκος Π.

8. Δασκαλάκης Αν.

9. Κοκκινάκης Στ.

10. Καράμπελας Δ.

11. Γορανίτης Δ.

12. Σταματάκος Γ.

13. Δούκας Δ.

14. Τσίχλης Π.

Κανείς δεν ξέρει αν τούτα τα νέα παιδιά της Σπάρτης ξανακοίταξαν με τόσο «απονήρευτη» ματιά τον κόσμο, ούτε τι «δώρα» τούς έφερε η ζωή στη συνέχεια. Σίγουρα έζησαν και χάρηκαν χαρούμενες κι ευτυχισμένες στιγμές, σίγουρα χτυπήθηκαν και από τον πόνο, σίγουρα πάλεψαν με δυσκολίες κι ανέβηκαν ανηφοριές. Σίγουρα, όμως, πάντα θα χαμογελούσαν και θα τα λησμονούσαν όλα, όταν έβγαζαν απ’ το συρτάρι τους τούτη δω την παλιά φωτογραφία της νιότης και ξαναζούσαν στιγμές με φίλους που πέρασαν και φύγαν και μ’ άλλους που ήταν ακόμα δίπλα τους. Και σίγουρα, κάθε φορά, το τραγούδι της Πρωτομαγιάς που τραγουδούσαν μπαίνοντας στη Σπάρτη εκείνο το σούρουπο της 1ης Μαΐου 1916, θα γλύκαινε τη ζωή τους, έτσι όπως γλυκαίνει, εδώ και χρόνια, τις ψυχές τους εκεί ψηλά στον Ουρανό:

«Καλώς ήρθες με τις τόσες Μάη ομορφιές

να σκορπίσης μες στη Σπάρτη πάλι μυρωδιές

καλώς ήρθες να μας φέρεις τη χαρά

μυριολουσμένη γλυκειά Πρωτομαγιά»

Σπάρτη 28/4/2021


*Φωτογραφία 1916: Φωτογραφικό Αρχείο Γεωργιάδη. Δημοσιεύθηκε στο Ημερολόγιο του Δήμου Σπαρτιατών 1995.