Στεγνοκαθαρηστήρια – Βαφεία: “Το Απαράμιλλον” – Τρυποσκούφη

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Ένα από τα θελήματα που μου άρεσε να κάνω από παιδί ήταν να πηγαίνω τα ρούχα στο καθαριστήριο και να τα παίρνω πίσω μετά από μερικές μέρες.

Τότε, οι νοικοκυρές δεν πολυστέλνανε ρούχα στο καθαριστήριο. Προτιμάγανε να τα πλένουνε με το χέρι στη σκάφη και να τα σιδερώνουνε – μετά – με το σίδερο του κάρβουνου κι ας ήτανε η πιο βαριά δουλειά του νοικοκυριού. Ήτανε όμως κάποια ρούχα καλά που έπρεπε οπωσδήποτε να πάνε στο καθαριστήριο (και μάλιστα ενόψει κάποιας γιορτής, γάμου, βάφτισης κλπ), άλλα ρούχα ευαίσθητα που “φοβούντανε” οι νοικοκυρές να τα πλύνουνε στο χέρι ή ρούχα που είχανε πάρει δύσκολους λεκέδες και δε βγαίνανε με το σαπούνι της πλύσης. Εκτός απ’ αυτά τα ρούχα στα καθαριστήρια, τότε, πήγαιναν και ρούχα για αλλαγή βαφής. Επειδή οι καιροί ήτανε της φτώχειας, οι νοικοκυραίοι, όταν “βαριούντανε” ένα ρούχο που είχε πολυφορεθεί, δεν αγοράζανε άλλο, παρά το στέλνανε στο καθαριστήριο για να του αλλάξουν χρώμα, να το φορέσουνε μετά και ν’ ακούσουν το: “Με γεια, κυρα – Πότα μου, το καινούριο φουστάνι” κι ας ήτανε το φουστάνι 5 – 10 χρόνων, ας πούμε.

Παλαιότερα η Σπάρτη (όπως και τώρα άλλωστε) είχε πολλά στεγνοκαθαριστήρια έντιμων κι εργατικών βιοπαλαιστών, οι οποίοι πρόθυμα εξυπηρετούσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ανάγκες των Σπαρτιατών για καθαρότατα και καλοσιδερωμένα ρούχα. Ένα απ’ αυτά ήτανε και το στεγνοκαθαριστήριο του Τάσου Τρυποσκούφη με την επωνυμία “Απαράμιλλον”, που πάει να πει “Ασυναγώνιστον”. Το καθαριστήριο αυτό το είχαν ανοίξει μαζί ο Τάσος Τρυποσκούφης με τον Γιάννη Μαρινάκο, αλλά κάποια στιγμή “χώρισαν” οι δρόμοι τους, το καθαριστήριο έμεινε στον Τρυποσκούφη και ο Μαρινάκος άνοιξε δικό του στην οδό Βρασίδου .

Το καθαριστήριο Τρυποσκούφη βρισκότανε στην οδό Μενελάου 46, κοντά στη διασταύρωσή της με την Παλαιολόγου. Το σημείο εκείνο της Μενελάου ήταν κάποτε πολυσύχναστο μιας κι εκεί, απέναντι από το καθαριστήριο, ήτανε ο σταθμός των λεωφορείων Ξηροκαμπίου με έδρα του το θρυλικό καφενείο “Ο Σταθμός” του μπάρμπα – Λια του Κοψιά από το Γεωργίτσι, όπου, τρώγοντας και πίνοντας οι ταξιδιώτες περίμεναν το λεωφορείο, έχοντας δίπλα τους “αραγμένα” τα ψώνια που είχαν κάνει στην πρωτεύουσα. Ο μπάρμπα – Λιας ο Κοψιάς εκτός από τους καφέδες και τα σχετικά του καφενείου είχε βγάλει μπροστά στη φάτσα του μαγαζιού μια ψησταριά κι έψηνε πεντανόστιμα χειροποίητα σουβλάκια που έσπαζαν με την τσίκνα τους τις μύτες των περαστικών αλλά και των θαμώνων του καφενείου, οι οποίοι δεν αντιστέκονταν στον πειρασμό να τα γευτούν πίνοντας μαζί και το κρασάκι τους ή την μπιρίτσα τους. Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι ακόμα τα σουβλάκια του Κοψιά τσικνίζουν τις αναμνήσεις μου, αφού από τότε και μέχρι σήμερα δεν έχω γευτεί σουβλάκι σαν εκείνο του Κοψιά (με τα ωραία “καθαρά” κομματάκια του χοιρινού περασμένα στο καλαμάκι και τελευταίο, κάτω – κάτω, το “ξιγκάκι” τη νοστιμότερη μπουκιά απ’ όλες), πασπαλισμένο με αλατάκι, πιπεράκι, ρίγανη του Ταϋγέτου και λίγο κοκκινοπίπερο γλυκό (πάπρικα) που μόνο ο μπάρμπα – Λιας έβαζε στα σουβλάκια του, για ν’ αποχτήσουν ξεχωριστή νοστιμιά.

Απέναντι και λίγο παρακάτω από του Κοψιά άνοιξε, αργότερα, και το καφενείο του Παναγιώτη Σταματέλη από τη Μυτιλήνη (του επιλεγόμενου και “παππού”) που πρώτος αυτός έμαθε στους Σπαρτιάτες ότι το ούζο πίνεται με χταπόδι ψημένο στα κάρβουνα. Πολύ κοντά, στη γωνία Μενελάου και Παλαιολόγου, ήτανε και το “Ιχθυοπωλείον/Ο Λακωνικός Κόλπος/Τρυφ. Ανδρεάκου & Υιών” και στην απέναντι γωνία το “Χρυσοχοείο-κοσμηματοπωλείο Γκούμα”. Όλα αυτά τα καταστήματα μαζί, συν το πρακτορείο των λεωφορείων Ξηροκαμπίου, έκαναν το σημείο αυτό της Σπάρτης να σφύζει καθημερινά από κίνηση και ζωή.

Εγώ, λοιπόν, με τα ρούχα κουλουριασμένα μέσα σε μια νάιλον σακούλα πήγαινα στο καθαριστήριο του Τρυποσκούφη (άλλες φορές πήγαινα στου κυρ – Αντώνη του Τζανετέα που ήταν στην Παλαιολόγου εκεί κοντά – σήμερα βιβλιοπωλείο Σαμπατάκου – κι αργότερα λίγο πιο ψηλά στη γωνία Μενελάου και Γκορτσολόγου). Ο κυρ – Τάσος έβγαζε τα ρούχα, τα άπλωνε στον πάγκο, τους καρφίτσωνε ένα χαρτάκι με τ’ όνομα κι εγώ του εξηγούσα τι ακριβώς ήθελα να κάνει. Στο μεταξύ η ματιά μου “έπαιζε” στο μεγάλο πλυντήριο με το τεράστιο γυάλινο “μάτι” που γύριζε τα ρούχα βουίζοντας αλλά και στη μεγάλη πρέσα του σιδερώματος, που “φυλάκιζε” αποκάτω το ρούχο, έκανε ένα “φσσσσσουτ” ελευθερώνοντας σύννεφα από άσπρο ατμό και μετά έβγαινε το ρούχο “αεροδρόμιο” και με τσάκιση “ξυράφι”, όπως έλεγε ο πατέρας μου. Ύστερα το κεφάλι μου σηκωνότανε προς τα πάνω όπου κρέμονταν από την οροφή, τοποθετημένα μέσα σε νάιλον σακούλες για να μην σκονίζονται, τα ρούχα που είχαν πλυθεί και σιδερωθεί και, απλώς, περίμεναν υπομονετικά τους ιδιοκτήτες τους να τα πάρουν.

Μετά από λίγες μέρες πήγαινα και πάλι στου Τρυποσκούφη για να πάρω τα ρούχα και η ιστορία επαναλαμβανόταν αντίστροφα: Το αφεντικό μ’ ένα μακρύ ξύλο που είχε στην άκρη ένα γάντζο, αναμέριζε τα κρεμασμένα, έτοιμα ρούχα, έβρισκε τα δικά μου (πώς τα θυμότανε δεν έμαθα ποτέ), τα κατέβαζε, τον πλήρωνα, μου τα έβαζε προσεχτικά και νοικοκυρεμένα στο χέρι σαν σε κρεμάστρα κι έφευγα για το σπίτι, μη παραλείποντας να πάρω ένα- δυο σουβλάκια από του Κοψιά.

Ήταν όμορφο το Στεγνοκαθαριστήριο “Απαράμιλλον” του Ττυποσκούφη! Και το έκαναν ακόμα πιο όμορφο οι πινακίδες που είχε φιλοτεχνήσει ο αξέχαστος ζωγράφος της Σπάρτης Βαγγέλης Δημητρίου, ο “Βαγγελάκης” για τους φίλους του. Ο Βαγγέλης Δημητρίου ήταν ένας χαρισματικός ζωγράφος – αγιογράφος που ξεκίνησε τη ζωγραφική από μικρό παιδί, με δάσκαλο τον επίσης μεγάλο ζωγράφο – αγιογράφο Ευάγγελο Μαυρικάκη, ο οποίος καταγόταν από τη Σύρο, αλλά έζησε και δούλεψε πολλά χρόνια στη Σπάρτη. Ο Βαγγέλης Δημητρίου δούλεψε με τον Μαυρικάκη στην αγιογράφηση του Αγίου Νίκωνος και στη δεκαετία του ’60 πήρε το δικό του δημιουργικό δρόμο ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος ζωγράφος. Θυμάμαι τα ατελιέ του πρώτα στην Αγ. Νίκωνος, μετά στην Παλαιολόγου (ψηλά προς το Στάδιο) και τελευταία στην Γκορτσολόγου αρ. 131. Στην πορεία, πέρα από το αξιολογότατο καλλιτεχνικό του έργο, ο Βαγγέλης Δημητρίου ασχολήθηκε για λόγους βιοπορισμού και με τις επιγραφές, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον παλαιότερο, σημαντικό επιγραφοποιό της Σπάρτης τον Νίκο Τράγκα, πινακίδες του οποίου συναντάς ακόμα σε παλιά μαγαζιά της Σπάρτης (ξυλουργείο Μορφογένη κ.ά). Όντας ζωγράφος ο Δημητρίου κατάφερνε να μπολιάζει τις “κρύες” και “αναίσθητες” επιγραφές των καταστημάτων με την καλλιτεχνική του φλέβα και να τις κάνει πραγματικά έργα τέχνης. Το φόντο του ήταν σαν να επρόκειτο για πίνακα ζωγραφικής και τα γράμματά του μοναδικά: Τα κεφαλαία του τα ζωγράφιζε τρισδιάστατα και τα μικρά του απαράμιλλα καλλιγραφικά, με τελείως προσωπικό χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό φιλοτέχνησε ο Δημητρίου και τις δύο μεγάλες επιγραφές του καθαριστηρίου του Τάσου Τρυποσκούφη:

Στεγνοκαθαριστήρια – Βαφεία – “το απαράμιλλον”, Τρυποσκούφη

Πέρασαν τα χρόνια, έκλεισε το καφενείο του Κοψιά (17 ολόκληρα χρόνια σ’ αυτή τη θέση, από το 1966 μέχρι το 1983) έκλεισε και το ουζερί του Σταματέλη και το χρυσοχοείο του Γκούμα, “έφυγε” γι’ αλλού το πρακτορείο λεωφορείων, έκλεισε και το καθαριστήριο Τρυποκούφη, πέθανε απρόσμενα και ο Βαγγελάκης ο Δημητρίου χωρίς να έχει προλάβει να δώσει στην τέχνη του αυτά που θα μπορούσε να δώσει, έκλεισε (τελευταίο στα 2018 και το ψαράδικο Ανδρεάκου, ήρθε κι ερήμωσε ο δρόμος.

Μετά από ένα χρονικό κενό το ξανάνοιξε το καθαριστήριο, ανανεωμένο κι εκσυγχρονισμένο, ο Κ. Πρίμπας από τα Βρέσθενα, ο οποίος σεβάστηκε την ιστορία του μαγαζιού και διατήρησε την ονομασία “Το απαράμιλλον”, αφήνοντας στη θέση τους, ψηλά στην πρόσοψη, τις παλιές επιγραφές του Βαγγέλη Δημητρίου. Ύστερα ήρθε καιρός που έκλεισε και το καθαριστήριο Πρίμπα κι ως τα σήμερα – πάνε χρόνια αρκετά – στέκει έρημο κι ανοίκιαστο το μαγαζί στην οδό Μενελάου 46, κοντά στη διασταύρωση με την Παλαιολόγου, και μένουν μόνο οι παλιές επιγραφές για να δίνουν χρώμα σ’ ένα τοπίο γκρίζο, να μνημονεύουν έναν ζωγράφο που αγάπησε τη Σπάρτη κι αγαπήθηκε απ’ αυτήν, μαζί κι ένα παλιό καθαριστήριο, το “Απαράμιλλον”, το οποίο έγραψε τη δική του ιστορία στην πόλη μας μαζί με άλλα πολλά παλιά μαγαζιά, που κάποια στιγμή “ήρθε η ώρα τους” κι αναχώρησαν για το λιβάδι με τους ασφόδελους.