Τα λουλούδια του βάτου

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Κι όμως: Αυτά τα πανέμορφα ασπορόδινα ανθάκια είναι τα ανθάκια του βάτου.

Αυτό το στενάχωρο και «μισητό» στον άνθρωπο φυτό, κάθε καλοκαίρι, βγάζει αυτά τα όμορφα λουλούδια, που μετά θα γίνουν νόστιμα, κόκκινα βατόμουρα, τα οποία οι παλαιοί τα τρυγούσαν και τα ’τρωγαν εκεί που περνούσαν, κοντά στους βάτους, στα χωράφια και στις ερημιές των χωριών τους.

Άνθη όμορφα και καρποί γλυκείς από το βάτο, σημάδι πως ακόμα και μέσα στο «κακό» ή στην «ασχήμια» μπορεί να υπάρχει, να ανθίζει και να καρπίζει το «καλό» και η «ομορφιά», αρκεί να έχουμε μάτια για να το δούμε και ψυχή που να μπορεί να το νιώσει.

Ο Βάτος κατά την ελληνική μυθολογία ήταν έμπορος ρούχων, ο οποίος έγινε φορτικός στις γυναίκες για να πουλήσει το εμπόρευμα του. Όταν αυτές παραπονέθηκαν στο Δία, αυτός τον μεταμόρφωσε στο γνωστό αγκαθωτό φυτό. Έτσι τα αγκάθια του σκίζουν τα ρούχα των ανθρώπων, αναγκάζοντας τους να αγοράζουν καινούρια.

Στο πέρασμα των χρόνων, ο ελληνικός λαός έπλασε κάπως διαφορετικά τον αρχαίο μύθο:

«Ο Βάτος ήτανε, κάποτε, έμπορος αλλά έχασε όλο του το εμπόρευμα σε ένα ναυάγιο ή, κατ’ άλλη εκδοχή, ληστές του άδειασαν το μαγαζί του. Από τη μεγάλη στεναχώρια του ο Βάτος έγινε φυτό. Από τότε, φυτρώνει στις άκρες των δρόμων, αρπάζει με τα αγκάθια του τα ρούχα των περαστικών και κοιτάζει να δει μήπως είναι τα δικά του ρούχα, το χαμένο του εμπόρευμα ή τα κλεμμένα.»

Σημαντική είναι η παρουσία του βάτου και στη Βίβλο:

Μέσα από μία βάτο, που είχε πάρει φωτιά αλλά δεν καιγόταν, κάλεσε ο Θεός τον Μωυσή, να οδηγήσει το λαό του Ισραήλ από την Αίγυπτο στη γη Χαναάν.

Η παρουσία απολιθωμάτων αποδεικνύουν ότι τα βατόμουρα ήταν μέρος της καθημερινής διατροφής των αρχαίων.

Ο Αισχύλος (525-456 π.Χ.) αρχαίος Έλληνας συγγραφέας των αθάνατων τραγωδιών και ο Ιπποκράτης (460-375 π.Χ.) πατέρας της ιατρικής αναφέρουν, επίσης, το βατόμουρο ενώ ο ιατρός Διοσκουρίδης (10μ.Χ. – 90 μ.Χ.) συνιστά το αφέψημα των κορυφών του φυτού και τον χυμό των φύλλων του ως φάρμακο για διάφορες αρρώστιες.

Ο βάτος δεν απουσιάζει ούτε από τους διδακτικούς μύθους του Αισώπου:

«Μία αλεπού αναγκάστηκε να πιαστεί από έναν βάτο για να μην πέσει. Ο βάτος την μάτωσε και η Αλεπού θύμωσε. Τότε ο βάτος αποκρίθηκε : «Δεν έπρεπε να πιαστείς από μένα, γιατί, ξέρεις, ότι εγώ όλα τα γραπώνω».

Το νόημα του μύθου είναι να μην ζητάμε βοήθεια από αυτούς που μπορεί να μας βλάψουν.

Το όνομα του «περιφρονημένου» βάτου το έχουν επιλέξει για την ονομασία τους πολλά χωριά της Ελλάδας: Βάτος Αιτωλοακαρνανίας, Βάτος Ρεθύμνου, Βάτος Κέρκυρας κ.ά.

Ο βάτος αξιώθηκε, επίσης, να μπει και στα δημοτικά μας τραγούδια:

Ο βάτος έχει την οργή (συρτός)

Ο βάτος έχει την οργή
Μάνα μου γλυκιά μου μάνα
Ξερός, χλωρός μπερδεύει.

Όποιος μ’ αγάπη μπερδευτεί
Μάνα μου, γλυκιά μου μάνα
Ξεμπερδεμούς δεν έχει.

Έτσι μπερδεύτηκα κι εγώ
Μάνα μου γλυκιά μου μάνα
Με μια γειτονοπούλα.

∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗

Βάτους κι αγκάθια (συρτός)

Βάτους κι αγκάθια
πάτησα, Βασίλω μου
αμάν αμάν Βασίλω,
ώσπου να σ’ αγαπήσω.

Και τώρα που σ’ αγάπησα
μου λένε να σ’ αφήσω
αμάν αμάν Βασίλω,
πώς να σ’ αλησμονήσω.

Φέτος τ’ αμπέλια
δεν κάνανε σταφύλια
και τι κρασί θα πιούμε
Βασίλω μου θα ιδούμε.

*Το τραγούδι αυτό γράφτηκε μέσα στη φυλακή από έναν άντρα,  τον Μιλτιάδη Μπούρο από τη Σταμνά Μεσολογγίου, ο οποίος, από ζήλεια, σκότωσε τη γυναίκα που αγαπούσε, την Βασιλική Δημοπούλου από το Τρίκορφο Ναυπακτίας, την 1η Μαρτίου 1825.

Υπάρχει και μια παροιμία που λέει τα παρακάτω:

«Τα βάτα, τα βατόμουρα, η πίτα της γειτόνισσας, τα πέντε σταχτοκούλουρα… πάψαν τους πόνους της κοιλιάς».

Η ιστορία της παροιμίας έχει ως εξής:

Κάποτε, μια παπαδιά έτρωγε κάθε ώρα και στιγμή, και το βράδυ που καθόντουσαν με τον παπά στο τραπέζι, όχι μόνο δεν έτρωγε η ίδια, αλλά παρατηρούσε και τον παπά ότι τρώει πολύ. Ο καημένος παπάς, βλέποντας την τακτική της παπαδιάς, να μη τρώει κάθε βράδυ, αποφάσισε μια μέρα να την πάρει στο χωράφι, για να της δείξει πόσο κουράζεται αυτός, και ότι η εργασία ανοίγει την όρεξη. Εκείνη, από πείσμα, αρνήθηκε πάλι να φάει, και, προφασισμένη ότι την πονάει η κοιλιά της, γύρισε μόνη στο χωριό. Στον δρόμο όμως έτρωγε βατόμουρα, έπαιρνε κι από τις γειτόνισσες ψωμί και κουλούρια και τα ‘τρωγε. Ο παπάς ερχόταν από πίσω κι έβλεπε. Κι όταν το βράδυ είπε η παπαδιά, ξανά, πως δεν πεινάει, της είπε τον παροιμιακό αυτόν λόγο:

-Αχ, παπαδιά ! Τα βάτα, τα βατόμουρα, η πίτα της γειτόνισσας, τα πέντε σταχτοκούλουρα … πάψαν τους πόνους της κοιλιάς.

Ύπάρχουν όμως κι άλλες παροιμίες με τον βάτο σαν κεντρικό θέμα:

«Σαν δεις πλάτανο και βάτο, τρέχει το νερό από κάτω».
«Όποιος πιαστεί στο βάτο, ή ρούχο ή πετσί, κάτι θ’ αφήσει».

Δηλαδή: Όταν μπλέξεις σε μια παλιοδουλειά, δε μπορείς να φύγεις αζήμιωτος.

«Άμα ντέσ(ει) η προβατίνα στο βάτο ή μαλλί, ή κόκαλο…»

Δηλαδή: Αν μπλέξεις με κακές παρέες και πράξεις δεν θα βγεις αλώβητος…

Τέλος, στο βιβλίο «Παροιμίαι» της Παλαιάς Διαθήκης, υπάρχει η παρακάτω φράση:

«Ο δρόμος του τεμπέλη είναι σαν φράχτης από βάτους».

Δηλαδή: Όπως δεν μπορεί κάποιος να περάσει μέσα από ένα φράχτη με βάτους, έτσι και ο τεμπέλης δεν πρόκειται να πετύχει τίποτε στη ζωή του.

Να, λοιπόν, που ακόμα και ο ταπεινός και περιφρονημένος βάτος έχει τη δική του ιστορία και μπορεί να γίνεται παράδειγμα ζωής.

«Η ομορφιά δεν είναι τίποτα, δεν μένει. Δεν ξέρεις πόσο τυχερός είσαι όταν είσαι άσχημος, γιατί τότε, αν αρέσεις στους ανθρώπους, ξέρεις ότι είναι για κάτι άλλο.»

Τσαρλς Μπουκόφσκι, 1920-1994, Αμερικανός συγγραφέας


*Φωτογραφία : Βαγγέλης Μητράκος