Τα παλιά σπίτια της Σπάρτης

(Γκορτσολόγου 110)


γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Όσο απομακρυνόσουν από το προνομιούχο κέντρο της Σπάρτης τόσο αραίωναν τα αρχοντόσπιτα κι άλλο τόσο πλήθαιναν τα φτωχά, λαϊκά σπιτάκια των ανθρώπων της βιοπάλης, που δεν ήθελαν τίποτε περισσότερο από ένα κεραμίδι στο κεφάλι τους.

Τούτο δω το ταπεινό δίπατο σπιτάκι, που μας θυμίζει τη δύναμη και την ομορφιά της απλότητας, βρίσκεται στην άκρη της πόλης, εκεί προς το τέλος της Γκορτσολόγου (τότε Ακροπόλεως), απέναντι από το σημερινό ΙΚΑ. Τότε που χτίστηκε, εκεί πέρα θα ήτανε ερημιά. Ελιές, μόνο, μέχρι πάνω την αρχαία Σπάρτη.

Με πέτρα χτισμένο, το αποκάτω ήτανε χαμηλό σαν τα παλιά κελιά των καλόγερων που έπρεπε να είναι χαμηλά για σκύβουν όταν έμπαιναν, δείχνοντας την ταπείνωση και την υποταγή τους στο θείο. Ίσως παλιά να ’τανε κάποιο μαγαζάκι… Ποιος ξέρει; Μια πορτούλα κι ένα παράθυρο προς το δρόμο για να μπαίνει το φως μαζί με τις ελπίδες τις φτερωτές, όταν τύχαινε να περνούν καμιά φορά από κει.

Το πάνω έδειχνε πιο “περήφανο”, είχε μπαλκόνι σιδερένιο, κρεμαστό (χώρος θέασης και θέας συνάμα), και δυο μεγάλες μπαλκονόπορτες, για βγαίνουν να παίρνουν τον αέρα τους οι νοικοκυραίοι, να αγναντεύουνε τον έξω κόσμο, να ξεφορτώνονται το αθέατο και κρυφό “μέσα” όταν τους γινότανε στενάχωρο, να λένε καμιά κουβέντα με κάνα περαστικό, να νιώθουνε ότι είναι κομμάτι του κόσμου, της πόλης, της κοινωνίας των ανθρώπων.

Η σκεπή του είχε παλιά κεραμίδια που βγαίνανε μέχρι έξω για να αδειάζουνε τα νερά της βροχής κι από κάτω τους ο παλιός τεχνίτης είχε φτιάξει ένα γείσο για να τα στηρίζει, με δυο σειρές από τα ίδια κεραμίδια “φυτεμένα” στον τοίχο, τη μια σειρά “ίσια” και την αποκάτω ανάποδα. Και μπροστά του το πεζοδρόμιο στρωμένο με λευκά, στρογγυλά, ποταμίσια βότσαλα σε σχέδια που μοιάζανε όπως τα παλιά λαϊκά κεντήματα με τα λουλούδια και τις πρασινάδες που κάνανε, τότε, οι νοικοκυρές.

Κάποτε, η Σπάρτη ήτανε γεμάτη με βοτσαλωτά πεζοδρόμια και αυλές. Τα “βοτσαλωτά” ήτανε μια δύσκολη και σκληρή δουλειά που ήθελε μαστοριά και γνώση, αφού έπρεπε τα βότσαλα να μπαίνουν όρθια το ένα δίπλα στο άλλο, σχηματίζοντας διακοσμητικά σχέδια. Σήμερα, ελάχιστα “βοτσαλωτά” έχουν σωθεί σε πεζοδρόμια και αυλές παλιών σπιτιών, που η ανάπτυξη δεν πέρασε (ακόμα) από εκεί.

Στο πλάι, το σπιτάκι αυτό, είχε μια μικρή αυλή και τη σκάλα που οδηγούσε στην είσοδο του πάνω σπιτιού. Είχε και μια συκιά και λίγες πορτοκαλιές.

Έρημο εδώ και χρόνια πολλά, πιασμένο σφιχτά στα δόκανα του χρόνου, κοιτάζει τον πολύβουο, σήμερα, δρόμο και “θυμάται” .

Η συκιά και οι πορτοκαλιές αρνήθηκαν να το εγκαταλείψουν.

“Σ​​υχνά, στους παράπλευρους δρόμους (…) συναντώ εκείνα τα σπίτια, μοναχικά και σιωπηλά, που μου θυμίζουν ανθρώπους που ζουν ώς τα απόλυτα όρια της θνητότητάς τους. Αυτά τα σπίτια, τα παλιά, τα χωνεμένα στους κύκλους ζωής της πόλης, σκέφτομαι, δεν θα τα θρηνήσει κανείς πέραν όσων τα θυμούνται από προσωπικά βιώματα. Αλλά και αυτή η μνήμη έχει μικρή ισχύ, διάρκειας το πολύ δύο γενεών.”

Εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Νίκος Βατόπουλος, 24/12/2018