Της άνοιξης τα προικιά

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


“Κι αν τούτη την Άνοιξη, εξαιτίας της πανδημίας, δεν θα μπορέσουμε να τη χαρούμε, ας βγάλουμε μέσα από τη δοκιμασία μας ένα δίδαγμα ζωής, ώστε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, για μια καλύτερη κοινωνία, για έναν καλύτερο κόσμο”.

∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗

Τρυπημένη στο δάχτυλο απ’ τ’ αδράχτι του Χειμώνα, κοιμόταν η Άνοιξη στην κάμαρη του κάστρου της και καρτέραγε το βασιλόπουλο τον Ήλιο να την ξυπνήσει μ’ ένα φιλί, κατά πώς είχε πει η Καλομοίρα, τότε που την ευχήθηκε στη γέννησή της.

Και νάτο το βασιλόπουλο ο Ήλιος, ξεπρόβαλλε από τη μακρινή τη στράτα καβάλα στο χρυσαφένιο του άλογο. Έφτασε στο κάστρο, μπήκε στην κάμαρη, ακούμπησε πλάι στα μαλλιά της Άνοιξης μια κόκκινη ανεμώνα, έσκυψε και τη φίλησε.

Ξύπνησε εκείνη – μισή γυναίκα, μισή όνειρο – κι έτρεξε ευθύς ν’ ανοίξει τα σφαλισμένα παράθυρα, να μπει αέρας και φως. Μια περικοκλάδα που ’χε σκαρφαλώσει μέχρι το μπαλκόνι της την καλημέρισε, απ’ το απέναντι βουνό στραφτάλιζαν οι κορφές οι χιονισμένες «και αποκεί κινημένο αργοφυσούσε τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι», λυγερά κυπαρίσσια της έστειλαν χαιρετισμό από μακριά, χελιδόνια σπάθιζαν τον ουρανό με ουρές ψαλίδια κι έκοβαν τις ηλιαχτίδες για κλωστή, να δέσουν παπαρούνες, κρινάκια και μαργαρίτες, γιορντάνι για το λαιμό της αφέντρας της Άνοιξης.

Κι άνοιξε τα σεντούκια με τα προικιά της η Άνοιξη, τα προικιά τα υφασμένα στον αργαλειό του Χρόνου, τα ομορφοκεντημένα από τη μάνα Ζωή, και τα ’βγαλε και τ’ άπλωσε σ’ όλα τα παραθύρια και στα μπαλκόνια του κάστρου κι έλαμψε ο κόσμος όλος από ομορφάδα κι έβγαλαν τραγούδι απ’ την ψυχή τους οι ανθρώποι («Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη») κι ο Προφήτης και Βασιλιάς Δαβίδ βγήκε στα ουρανοθέμελα, πάνω σ’ ένα θρόνο από σύννεφο, κι άρχισε να διαβάζει Ψαλμούς κι αντήχησε η φωνή του σε Ουρανό και Γη:

«ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου».