Το Πέταλο της Πρωτοχρονιάς

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


“Κοντορεβυθούληδες” είμαστε οι άνθρωποι, που περιπλανιόμαστε, χαμένοι νύχτα, μες στο πυκνό δάσος της ζωής και ρίχνουμε πίσω μας βοτσαλάκια, όχι για να βρούμε το δρόμο και να γυρίσουμε πίσω (αυτό ο δρόμος δεν έχει επιστροφή), αλλά για την ελπίδα να βρουν τα βοτσαλάκια αυτά κάποιοι άλλοι ταξιδιώτες του δάσους και να πουν:
-Να! Εδώ που περνάμε σήμερα εμείς, πέρασε κάποτε κι ένας άλλος «Κοντορεβυθούλης»” κι άφησε πίσω του το πετραδάκι του, το σημάδι του !

Θέλω, λοιπόν, φίλοι μου, να σας πω μια μικρή ιστορία για ένα τέτοιο σημαδάκι, που τυχαία βρέθηκε στο δρόμο μου, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 2017:

Μια φτωχή χαμοκέλα ήταν, απ’ τις πολλές που βρίσκονταν τότε γύρω από τη Σπάρτη, λίγο μακρύτερα από εκεί που υψώνονταν τα μεγαλειώδη νεοκλασικά αρχοντόσπιτα. Μακρόστενο σπίτι, χαμηλό, από ακατέργαστη πέτρα, ασοβάτιστο, με κεραμοσκεπή σαμαρωτή, σανιδένιες πόρτες καρφωτές και παράθυρα που ακουμπούσαν, σχεδόν, στο δρόμο. Το ταπεινό αυτό σπίτι ήταν το μπακάλικο (ίσως και κατοικία) της οικογένειας ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ.

Μια Πρωτοχρονιά του παλαιού καιρού, ο νοικοκύρης του σπιτιού βρήκε κάπου ένα πέταλο και το κάρφωσε στην κάσα, στο πάνω μέρος, της σανιδένιας πόρτας που ήτανε απ’ τη μεριά της αυλής, έτσι… για γούρι, όπως έκαναν τότε πολλοί νοικοκυραίοι. Πέρασαν τα χρόνια, ερήμωσε το φτωχόσπιτο, βούλιαξε η σκεπή, σάπισαν και σαρακόφαγαν οι πόρτες και τα παραθύρια, άλλαξε η πόλη, άλλαξαν οι άνθρωποι, άλλαξε η ζωή… αλλά εκεί, στην οδό Όθωνος – Αμαλίας, αριθμός 90, στη Σπάρτη, το μικρό σπιτάκι με τη βουλιαγμένη σκεπή, τους ραγισμένους τοίχους, το χορταριασμένο κατώφλι και τα σάπια, σαρακοφαγωμένα πορτοπαράθυρα, εξακολουθεί να έχει ένα πέταλο καρφωμένο στην κάσα της σανιδένιας πόρτας, ένα πέταλο που έβαλε εκεί κάποτε ο σπιτονοικοκύρης, για να ’χει καλή τύχη το σπίτι του και η οικογένειά του στη νέα χρονιά που ξημέρωνε.

Ποιος ξέρει αν η ευχή του βγήκε αληθινή, αν το πέταλο του ’φερε, πράγματι, την τύχη που γύρευε η καρδιά και η ψυχή του! Χάνονται (βλέπετε) τα χνάρια των «Κοντορεβυθούληδων», κάποια στιγμή, μέσα στο πυκνό νυχτωμένο δάσος και κανείς πια δεν ξέρει αν αγνάντεψαν το φως που γύρευαν με αγωνία, το φως από κείνο το σπιτάκι στην καρδιά του σκοτεινού δάσους, που θα τους έδινε ζεστασιά και θα κοίμιζε τους φόβους, τις αγωνίες και τις θλίψεις της ζωής τους!

Μακάρι, τούτο το παλιό πέταλο να ’φερε καλή τύχη στην οικογένεια του παλαιού νοικοκύρη που κατοίκησε εκεί, κι ας είναι λησμονημένο και αθώρητο μέσα σε τούτην την παλιά, έρημη αυλή, που κάποτε είχε ζωή και τώρα, πια, όχι. Μακάρι!!!

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!