Το «πουκαμισάκι» του τζίτζικα

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Είκοσι του Ιούνη ήταν. Κυριακή. Τα τζιτζίκια στα γύρω δέντρα τραγουδούσαν το τραγούδι του καλοκαιριού. Κάποιο απ’ αυτά είχε αφήσει, κρεμασμένο σ’ έναν χαμηλό θάμνο, από κάτω, το σχισμένο πουκαμισάκι του. Γυάλιζε κάτω από τον λαμπερό ήλιο του καλοκαιριού, το πρόσεξα, έσκυψα, το φωτογράφισα.

Η ζωή αυτού του νιόβγαλτου τζίτζικα ξεκίνησε πριν από χρόνια, πάνω στον μαλακό βλαστό ενός δέντρου, εκεί που η μάνα του έκανε τρυπούλες και γέννησε μέσα τ’ αυγά της, λίγο πριν πεθάνει.

Μικρά σκουληκάκια (προνύμφες) βγήκαν από τα αυγά και καθοδηγημένα από τη Θεία Πρόνοια κατέβηκαν, αργά-αργά και υπομονετικά, από το δέντρο, χώθηκαν κάτω στη γη, έφτιαξαν γύρω τους μια θήκη κι έμειναν εκεί μέσα (από 4 μέχρι 17 χρόνια λένε οι επιστήμονες!!!) μέχρι να μεταμορφωθούν σε χρυσαλίδες (έντομα που δεν έχουν ολοκληρωθεί).

Αυτό το καλοκαίρι μια απ’ αυτές τις χρυσαλίδες ένιωσε έτοιμη. Βγήκε από τη γη, βρήκε ένα χαμηλό κλαδί που το ’βλεπε καλά ο ήλιος, γαντζώθηκε γερά πάνω του και από πράσινη όπως ήταν άρχισε να γίνεται καφετιά, ώσπου μια μέρα συντελέστηκε το μεγάλο θαύμα: Σχίστηκε το πουκαμισάκι της και από μέσα βγήκε η νύμφη, ένας τέλειος, δηλαδή, τζίτζικας! «Χλωρός» όπως ήταν ακόμα στάθηκε πάνω στο πουκαμισάκι του κι άφησε τον ζωοδότη ήλιο να κάνει τη δουλειά του. Ύστερα άνοιξε τα διάφανα φτερά του και πέταξε βουίζοντας στο γειτονικό πεύκο όπου τον υποδέχτηκαν με χαρούμενα τραγούδια τ’ αδέρφια του, δίνοντάς του θέση σ’ αυτή τη χορωδία του καλοκαιριού, μέχρις ότου η Ζωή κλείσει και ξανανοίξει τον αιώνιο κύκλο της.

Πόσες φορές κι εμείς αφήνουμε τη Ζωή και τις δυσκολίες που μας βάζει να «ράβουν» γύρω μας ένα στενό και στενάχωρο πουκάμισο που μας «πνίγει»!

Ας κάνουμε τον τζίτζικα παράδειγμα ζωής: Ας σχίσουμε αυτό το πουκάμισο «φυλακή», ας δούμε τον ήλιο και τον ουρανό με ελπίδα, δύναμη κι αισιοδοξία κι ας πετάξουμε, ύστερα, ψηλά τραγουδώντας το τραγούδι της Χαράς και της Ζωής.