Το Ψυχικό της Σπάρτης

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Το Ψυχικό είναι μια συνοικία (μια γειτονιά πες καλύτερα) στα ΝΑ της Σπάρτης, κοντά στον Ευρώτα, στην περιοχή του α΄ νεκροταφείου, η οποία υπήρχε ως οικισμός πριν από την ίδρυση της Σπάρτης, στα 1834.

Στις 21-03-1835 ο οικισμός Ψυχικού προσαρτήθηκε στον δήμο Σπάρτης και στις 16-05-1928 καταργήθηκε.

Όταν περπατούσες στο Ψυχικό είχες την αίσθηση (κι ακόμα την έχεις) πως περιδιάβαινες ένα χωριουδάκι, που με τρόπο ανεξήγητο κατάφερνε να επιβιώνει, μιαν ανάσα απόσταση από το κέντρο της Σπάρτης. Κι όχι αυτό μόνο: Ακόμα και οι άνθρωποι του Ψυχικού, οι «ψυχικάνοι» όπως τους λέγαμε, ήτανε διαφορετικοί από τους άλλους Σπαρτιάτες: Απλοί, νοικοκυραίοι, φιλόξενοι, ανοιχτόκαρδοι, ανεπιτήδευτοι, γλεντζέδες, αγρότες, κτηματίες, τσοπάνηδες, βιοπαλαιστές, μεροκαματιάρηδες, μερικοί «παρακατιανοί» για τους «καθώς πρέπει» σπαρτιάτες της εποχής…

Στα 1880 μεταφέρθηκε στην περιοχή Ψυχικού, στο παλαιό εκκλησάκι του Α. Γεωργίου, το α΄ νεκροταφείο Σπάρτης, το οποίο, μέχρι τότε, λειτουργούσε στον παλαιό ναΐδριο του Α. Νικολάου Χαρισίου. Έτσι η Σπάρτη γνώρισε το Ψυχικό μέσα από τον θρήνο και τη λύπη της απώλειας προσφιλών προσώπων. Το γνώρισε όμως και μέσα από τον αντίποδα της λύπης, αφού εδώ, και μάλιστα κοντά στο νεκροταφείο, λειτούργησαν παλιές παραδοσιακές ταβέρνες, όπως του Αμπατζή, του Τσούση, του Κακαλέτρη, του Τσαγκούρη και του Χριστακάκου οι οποίες, χειμώνα – καλοκαίρι, φιλοξενούσαν τους μερακλήδες του καλού κρασιού και του μεζέ, οικογένειες ολόκληρες που γύρευαν απόδραση από την καθημερινότητα, συλλόγους που είχαν καθιερώσει την ετήσια γιορταστική σύναξή τους σε κάποια ταβέρνα του Ψυχικού, υποψήφιους βουλευτικών ή δημαρχιακών εκλογών που τραπέζωναν τους ψηφοφόρους τους, γραβατωμένους νοικοκύρηδες σε επίσημες μέρες αλλά και μεροκαματιάρηδες που ακούμπαγαν την κουρασμένη ψυχή τους σε ένα γεμάτο ποτήρι κρασί και σε μια μερίδα μεζεδάκι με 5-6 πιρούνια ολόγυρα. Στις ταβέρνες του Ψυχικού συνέβαινε το ελληνικό παράδοξο, ο θάνατος να αδερφώνει με τη ζωή και η λύπη με τη χαρά. Να τρεμοπαίζει μέσα στο σκοτάδι το φως των καντηλιών από τα μνήματα του Αη-Γιώργη κι απέναντί τους άνθρωποι ζωντανοί να πίνουν, να τρώνε, να γελούν, να τραγουδάνε και να χορεύουν.

Στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου όλη η Σπάρτη ερχότανε στο στολισμένο και φρεσκο-ασβεστωμένο από τους ψυχικάνους παλιό εκκλησάκι (ίσως από την εποχή της Τουρκοκρατίας), για να λειτουργηθεί και ν’ ανάψει ένα κεράκι στους αγαπημένους που είχαν φύγει, δείχνοντάς τους ότι δεν τους έχει ξεχάσει. Και ήταν τόσο και όμορφο, μέσα στη δραματικότητά του, ν’ ακούγονται παντού, μέσα κι έξω απ’ το εκκλησάκι, οι ψαλμωδίες της χαρμόσυνης αναστάσιμης λειτουργίας και να ’ναι το νεκροταφείο γεμάτο από ανθρώπους που περιδιάβαιναν ανάμεσα στα μνήματα και έλεγαν ένα «γεια» στους γνωστούς, τους φίλους και τους δικούς, που, σίγουρα καρτερούσαν, πώς και πώς, αυτή τη μοναδική, λαμπρή ημέρα, που η ζωή ερχόταν να τους επισκεφθεί και να τους δείξει ότι τους αγαπά και τους θυμάται.

Μετά το τέλος της πανηγυρικής θείας λειτουργίας στον Αη-Γιώργη του Ψυχικού γινότανε και κλήρωση των δώρων που είχανε προσφέρει οι ψυχικάνοι αλλά και άλλοι πιστοί από όλη τη Σπάρτη, με πρώτο και καλύτερο δώρο το αρνί, που πάντα ήτανε προσφορά του Ψυχικού και περίμενε δεμένο από το ποδάρι εκεί έξω από το εκκλησάκι, να δει ποιος θα ήτανε ο τυχερός που θα το πάρει τραβώντας για το σπίτι του. Καμιά φορά συνέβαινε να «πέσει» το αρνί σε κάποιον ψυχικάνο, που μετά από κάποιες μέρες θα το έτρωγε σε μια από τις ταβέρνες του Ψυχικού μαζί με την παρέα του. Όταν συνέβαινε αυτό, πειράζανε οι άλλοι εορταστές τους ψυχικάνους ότι βάζανε μεν το αρνί αλλά κανονίζανε την κλήρωση για να το κερδίσουνε και να το φάνε αυτοί. Όμως αυτό δε δημιουργούσε καμιά παρεξήγηση, ένθεν κι ένθεν, αφού αυτό το πείραγμα είχε αποκτήσει μια παραδοσιακή χροιά και είχε γίνει μέρος του πανηγυριού.

Και φυσικά, κεντρικό πρόσωπο και «οικοδεσπότης» του Αη-Γιώργη, «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» όσον αφορούσε το πανηγυράκι, ο μπαρμπα-Κώστας ο Μαρινάκης, ο θρυλικός νεκροθάφτης του Αη-Γιώργη που (όσο κι αν φαίνεται παράξενο) ήτανε αγαπητός σε όλους και μέσα σ’ όλες τις ταβερνο-παρέες του Ψυχικού. Ας είναι αιώνια η μνήμη του.

Μετά από το τέλος του πανηγυριού οι ταβέρνες του Ψυχικού πλημμύριζαν κυριολεκτικά από πανηγυριστές, γιατί ήταν αδιανόητο να τελειώσει αυτή η γιορταστική μέρα χωρίς «προσκύνημα» στους «ναούς» του κρασιού, του μεζέ και της καλής παρέας.

Το ίδιο γινότανε και τις Αποκριές, ιδιαίτερα την Καθαροδευτέρα, τότε που οι ψυχικάνοι, με κρασί, λαγάνα και χαλβά ρεφενέ, γλεντάγανε με μια μεγάλη φωτιά, με τραγούδια και χορό την αρχή της Σαρακοστής έξω ακριβώς από την πόρτα του νεκροταφείου.

Το εντυπωσιακό είναι πως το Ψυχικό είχε αυτήν την ονομασία πριν ακόμα μεταφερθεί εδώ το νεκροταφείο της Σπάρτης στα 1880. Το γεγονός ότι στη περιοχή έχουν ανασκαφεί σε διάφορα σημεία πολλοί αρχαίοι τάφοι, δείχνει ότι η ονομασία «Ψυχικό» είναι άρρηκτα δεμένη με την τοπική ιστορία και παράδοση, πράγμα που κάνει το Ψυχικό μια ιδιαίτερη ιστορική περιοχή της Σπάρτης, η οποία συνδέει «ζωντανά το «χθες» με το «σήμερα» της Σπάρτης. Και είναι ακόμα κρίμα που όταν μιλάμε και γράφουμε για την ανίδρυση και την ιστορία της νέας Σπάρτης αναφερόμαστε μόνο στους μυστριώτες ως πρώτους οικιστές της πόλης και λησμονάμε τους ψυχικάνους οι οποίοι ήτανε σπαρτιάτες γηγενείς, είχαν εδώ σπίτια από παλαιοτάτων χρόνων και κρατούσαν ζωντανή την περιοχή της «εξαφανισμένης» Σπάρτης πολύ πριν ο Όθωνας αποφασίσει να δημιουργήσει τη νέα πόλη.

Μια χαρακτηριστική και ιδιαίτερη τοποθεσία του Ψυχικού ήταν και οι «Βρυσούλες». Στο σημείο που κατέβαινες από τη «δημοσιά», πίσω απ’ τον Αη-Γιώργη, για να πάρεις το μονοπάτι προς τον Ευρώτα, έβγαινε από τη ρίζα του βράχου με τις κροκάλες πηγή με νερό καθαρό, σχηματίζοντας ένα ρυάκι που πήγαινε και πότιζε ό,τι έβρισκε στο διάβα του (κήπους, μπαξέδες, ελιές κλπ). Το σημείο αυτό με το καθαρό, γάργαρο, πηγαίο νερό, οι «Βρυσούλες», ήτανε αγαπημένο σημείο των πανηγυριστών σπαρτιατών, που της Ζωοδόχου Πηγής και του Αη-Λιος πήγαιναν με τα πόδια στα απέναντι ομώνυμα εκκλησάκια του Κοκκινόβραχου, περνώντας πάνω από τα γεφυράκια που με οικοδομική ξυλεία, έστηναν στον Ευρώτα οι ψυχικάνοι σε εκπλήρωση ενός άγραφου, παραδοσιακού τάματος. Πηγαίνοντας οι προσκυνητές στα εκκλησάκια αυτά σταματούσαν στις Βρυσούλες για να δροσιστούν και να πάρουν κουράγιο για το δρόμο που είχαν μπροστά τους κι όταν γύριζαν, πολλοί απ’ αυτούς, σταματούσαν οικογενειακώς στις Βρυσούλες, στρώνανε τριγύρω τραπεζομάντιλα καταγής, πάνω στις πρασινάδες, βγάζανε ό,τι φαγητά και πιοτά είχανε πάρει μαζί τους, «πιάνανε» και δροσερό νεράκι από τις Βρυσούλες και περνάγανε (αντάμα κι αγαπημένοι) αξέχαστες και μοναδικές στιγμές μέσα στην ελληνική φύση, λες κι είχανε βγει μέσα από κάποιο διήγημα του αγίου των ελληνικών γραμμάτων, του σκιαθίτη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Θυμάμαι, χαρακτηριστικά, σαν μικρό παιδί, που είχαμε πάει οικογενειακώς στην Παναΐτσα (Ζωοδόχο Πηγή) του Κοκκινόβραχου μέσα από τον Ευρώτα, έχοντας πάρει μαζί μας τα χρειαζούμενα για να σταματήσουμε και να καθίσουμε, κατά την επιστροφή, στις Βρυσούλες. Όμως, γυρίζοντας, χάσαμε το μονοπάτι (τότε ο Ευρώτας ήταν πραγματική ζούγκλα) και επιστρέψαμε στο σπίτι άπρακτοι χωρίς να βρούμε τις Βρυσούλες. Όλοι είμαστε απογοητευμένοι βαθιά, γιατί την προσμέναμε πώς και πώς αυτήν την εξοχική πανδαισία στις Βρυσούλες, όμως πιο πολύ στενοχωρημένος ήταν ο καημένος ο πατέρας μου, που δεν μπορούσε να το χωνέψει πώς έγινε αυτό. Του ’ρχότανε πως ήτανε κάτι σαν γρουσουζιά, σαν κακό σημάδι και ήθελε να το ξορκίσει. Πήρε, λοιπόν, «υπό μάλης» ό,τι χρειαζόταν κι έφυγε για να πάει στις Βρυσούλες. Πράγματι, πήγε, κάθισε κάπου εκεί κοντά μόνος του, έφαγε, ήπιε, εκπλήρωσε το «τάμα του», τίμησε την παράδοση και τη γιορτή και γύρισε αργότερα στο σπίτι, περιγράφοντάς μας τις στιγμές. Κάποιες μέρες αργότερα μας έφερε, ως μαρτυρία, και μια φωτογραφία (πού βρήκε φωτογράφο μέσα στην ερημιά ένας θεός το ξέρει) που τον δείχνει καθισμένο καταγής, κάτω από τις ελιές, στις Βρυσούλες, να τρώει και να πίνει.

Πέρασαν τα χρόνια, άλλαξαν όλα, άλλαξε και το Ψυχικό. Η χάραξη και διάνοιξη της λεγόμενης «μικρής περιμετρικής» (λεωφόρος Βαλλιώτη και Πλαταιών), καθώς και η ανέγερση του πανεπιστημίου Σπάρτης στην περιοχή, έβγαλαν το Ψυχικό από το περιθώριο και του έδωσαν «προστιθέμενη αξία» .Όμως, η παρουσία του νεκροταφείου μέσα στην κατοικημένη πλέον περιοχή λειτουργεί απολύτως ανασταλτικά στην ανάπτυξη του Ψυχικού και στη δημιουργία μιας μεγάλης και σύγχρονης συνοικίας της Σπάρτης.

Η περιοχή του Ψυχικού έχει πολλά διάσπαρτα αρχαιολογικά μνημεία με σπουδαιότερο ανάμεσά τους τον Βωμό Ψυχικού, ο οποίος δημιουργήθηκε το 350 πΧ, ήταν σε χρήση μέχρι τα υστερο-ρωμαϊκά χρόνια και ανασκάφηκε το 1962 και το 2006-2008. Πρόκειται για οικοδόμημα διαστάσεων κάτοψης 17,6×14,10 μ. χωρίς επιβεβαιωμένη χρήση. Μερικοί το ταυτίζουν με το Φοιβαίο, ιερό, στο οποίο οι έφηβοι σπαρτιάτες θυσίαζαν σκύλο προς τιμήν του Άρη/Ενυάλιου πριν από τους αγώνες που θα έδιναν στον Πλατανιστά. Στο εσωτερικό του ιερού βρέθηκαν ρωμαϊκοί τάφοι. Σήμερα, περιφραγμένος και μη επισκέψιμος, ο «Βωμός Ψυχικού» περιμένει το ενδιαφέρον και τη φροντίδα των αρμοδίων, ώστε να αναδειχθεί και να πάρει τη θέση που του αρμόζει μέσα στον μνημειακό πλούτο της Σπάρτης. Μαζί του και το Ψυχικό περιμένει μια θαρραλέα και ρηξικέλευθη δημοτική αρχή, η οποία θα «τολμήσει» να πάρει το νεκροταφείο από την κατοικημένη, πλέον, περιοχή και να δημιουργήσει ένα δημοτικό πάρκο υψηλών προδιαγραφών, πράγμα που σε συνδυασμό με την μετατροπή της συνοικίας σε ενορία και του ναού σε ενοριακό θα σημάνει το τέλος της απομόνωσης για την περιοχή και θα δώσει ώθηση στην οικιστική και πολυδιάστατη ανάπτυξη του Ψυχικού αλλά και της ίδιας της πόλης, η οποία έχει ένα μέλος ατροφικό στο σώμα της, πράγμα που την καθιστά, εκ των πραγμάτων «ανάπηρη».

Το Ψυχικό μπορεί, πράγματι, να γίνει μια ανθούσα και υποδειγματική συνοικία της Σπάρτης, που θα αλλάξει ριζικά τη μορφή της πόλης προς το καλύτερο.