Όταν ο Μανώλης Γλέζος ήρθε στη Σπάρτη (29-11-2011)

του ο Βαγγέλη Μητράκου


«Εσύ που πέρασες δεν είσαι ένα τραγούδι που τελείωσε…» Ναζιμ Χικμετ

Ο Μανώλης Γλέζος, ο Μεγάλος Έλληνας, το Σύμβολο μιας Ελλάδας που δεν παύει ν’ αγωνίζεται ποτέ και ποτέ δεν βάζει το όπλο «παρά πόδα», δεν είναι πια μαζί μας. Πέταξε η ψυχή του, να βρει εκεί ψηλά τις ψυχές των συναγωνιστών και συντρόφων του και του αδερφού του τού Νίκου Γλέζου που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς σε ηλικία 19 χρόνων.

Ο Μανώλης Γλέζος δεν ήταν μόνο ο Αγωνιστής της Λευτεριάς και της Δημοκρατίας. Ήταν κι ένα παράδειγμα και πρότυπο ζωής, αφού ΠΟΤΕ δεν συμβιβάστηκε και δεν γονάτισε, ΠΟΤΕ δεν εξαργύρωσε τους αγώνες του, ΠΑΝΤΑ μπορούσε να κοιτάζει τους Έλληνες ίσια στα μάτια, ΠΟΤΕ δεν νέρωσε το κρασί των ιδεών, των αρχών και του λόγου του, ΠΟΤΕ δεν έγινε προκάλυμμα για να κρυφτούν πίσω του κάλπικες ιδέες και τενεκεδένιοι άνθρωποι .

Στις 29 Νοεμβρίου 2011, όταν τα Μνημόνια κατέτρωγαν –ήδη- τα σπλάχνα του Ελληνικού Λαού, ο Μανώλης Γλέζος, (μαζί με τον ηθοποιό – συνεργάτη του Στέφανο Ληναίο) βρέθηκε στη Σπάρτη, καλεσμένοι από την τότε Παρέμβαση Πολιτών Σπάρτης, για να μιλήσουν για τα Μνημόνια αλλά και για τις περίφημες «γερμανικές αποζημιώσεις». Ήταν ένας ακόμα σταθμός του 90χρονου σχεδόν, Μανώλη Γλέζου, στα πλαίσια της πανελλήνιας εκστρατείας του, για να ενημερώσει τον ελληνικό λαό και να τον ξεσηκώσει ενάντια στη νέου τύπου κατοχή της πατρίδας μας

Μέσα στην κατάμεστη αίθουσα του Sparta inn, ο αιώνιος «έφηβος αντάρτης» Μανώλης Γλέζος, αφού αποκάλυψε τη φύση και τις αιτίες των Μνημονίων που επέβαλαν στη χώρα μας οι ξένοι πατρόνες, αφού στήριξε με επιχειρήματα και αδιάσειστα στοιχεία τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων (τις οποίες μόνος αυτός είχε κάνει λάβαρο) κι αφού βροντοφώνησε το σύνθημα: «Μας χρωστάνε δεν τους χρωστάμε» και «να κατεβάσουμε και πάλι τη γερμανική σημαία», στο τέλος της ομιλίας του, κοιτάζοντας μπροστά με τα γαλάζια – καθαρά μάτια του τον κόσμο που κρεμόταν από τα χείλη του, άνοιξε την καρδιά του διάπλατα κι άφησε να μιλήσει ο Άνθρωπος Μανώλης Γλέζος, καταθέτοντας τις παρακαταθήκες της ζωής και των αγώνων του, κληρονομιά ευθύνης και χρέους για ζώντες κι επερχόμενους.

(Είναι κρίμα που τα άψυχα γράμματα ΔΕΝ μπορούν να αποδώσουν, τα δακρυσμένα, μάτια του Μανώλη Γλέζου, τη ραγισμένη από τη συγκίνηση φωνή του, το πάθος, την αλήθεια και τη φλόγα της καρδιάς και των λόγων του)

30-3-2020

Βαγγέλης Μητράκος

∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗

«Αγαπητοί φίλοι, συνηθίζω τις εκδηλώσεις αυτές να τις αφιερώνω. Αυτήν την εκδήλωση, εδώ στη Σπάρτη, θα την αφιερώσω στους εκτελεσμένους στο Μονοδέντρι και σ’ έναν φίλο μου, τον καπετάνιο, εδώ, του ΕΛΑΣ, τον Αστραπόγιαννο… Κάναμε πολλά χρόνια φυλακή μαζί, ζήσαμε και αναπολήσαμε όλα τα ανεκπλήρωτα όνειρα που είχαμε και που δεν έγιναν πράξη. Και σας λέω και κάτι που δεν είναι πολιτικό, είναι εντελώς συναισθηματικό, αλλά δεν μπορώ να μην το πω, γιατί είμαι άνθρωπος. Τι;

Αγαπητοί φίλοι, τις παραμονές από κάθε μάχη και τις παραμονές από κάθε διαδήλωση, όταν ετοιμαζόμαστε από την προηγούμενη να πάμε, δίναμε ευχές ο ένας στον άλλο:

«Καλή αντάμωση στα γουναράδικα».

Ήτανε μια ευχή που έλεγε: Θα μας εκτελέσουνε, θα γίνει τομάρι, γούνα, το δέρμα μας και… καλή αντάμωση στα γουναράδικα. Αν όμως εσύ ζήσεις (εσένα το λέω Μιχάλη, εσένα το λέω Παύλο, εσένα το λέω Κώστα) μη με ξεχάσεις!

Ήμαστε νέοι άνθρωποι και την ώρα εκείνη προσπαθούσε ο ένας στον άλλο να πει: Εάν τον βρει το καλό βόλι και πάμε στα γουναράδικα κι ο άλλος ζήσει, τα όνειρά μας να τα κάνει πράξη, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, τα οποία δεν ζητούν ποτέ εκδίκηση, ζητούν δικαίωση. Πέρα απ’ όλα, μην το ξεχνάμε, ήμαστε νέοι άνθρωποι. Δεν είχαμε προλάβει να ζήσουμε όπως ζει η νεολαία η σημερινή. Δεν είχαμε προλάβει. Και κοντά στ’ άλλα οράματα που λέγαμε, πώς θέλουμε τον τόπο μας, την Ελλάδα, όλα, λέγαμε και τούτο:

«Εάν δεν πας στα γουναράδικα, και ζήσεις, και πάω εγώ, ΜΗ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ!».

Δηλαδή, πρέπει να ζήσεις και για μένα. Πρέπει, ό,τι καλό έχει η ζωή (που δεν το πρόλαβα να το ζήσω εγώ) να το ζήσεις ΕΣΥ. ΚΑΙ το καλό φαΐ… έχουμε ακούσει υπάρχει και η μπίρα (και δεν την ξέραμε) και μάθεις και πιεις μπίρα, θα πίνεις ΚΑΙ για μένα, ένα ποτήρι μπίρα για μένα. Και επειδή δεν ξέραμε και τα ουίσκια και τα… αυτά… (λέγαμε κι αυτά… ήμαστε νέοι άνθρωποι) θα πίνεις ουίσκι ΚΑΙ για μένα. Και όταν χορεύεις, θα χορεύεις ΚΑΙ για μένα. Και όταν γλεντάς, θα γλεντάς ΚΑΙ για μένα. Και όταν νιώθεις την ηδονή της ευτυχίας από οτιδήποτε αγαθό, θα τη νιώθεις ΚΑΙ για μένα. ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ.

Κι ανάμεσά τους είναι και ο αδερφός μου, ο Νίκος (9 χρόνια μικρότερος από μένα, εκτελέστηκε 19 χρονών, φοιτητής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας), κι έρχεται κάθε βράδυ και με βρίσκει, όπως κι όλοι οι άλλοι, και είναι ο πιο απαιτητικός απ’ όλους.

«Θέλω τα χρόνια της ζήσης μου, που εσύ ζεις κι εγώ δεν τα ζω».

Τι θα του πω του Νίκου ;

«Κι ας αφήσουμε – μου λέει – που ακόμα γυροφέρνετε τις ιδέες μας από δω κι από κει και δεν μπορείτε να βρείτε μιαν άκρη».

Τι θα του πω ; «Νίκο περίμενε … προσπαθούμε να βρούμε άκρη στο κουβάρι… να το ξετυλίξουμε. Να δούμε… κάθε μέρα κάνουμε και κάτι… Προσπαθούμε ο ένας να πείσει τον άλλο… στις συνεδριάσεις σωρός τα τσιγάρα… κι εμείς συνεχίζουμε να συνεδριάζουμε;».

«Καλά ! Τι κάνετε, όμως;»

Θα ’ρθουν κι απόψε όλοι αυτοί, μέσα από τα κορφοβούνια της ιστορίας, μέσα από τις άγραφες σελίδες των βιβλίων της ιστορίας, θα ’ρθουν να με βρουν… ατέλειωτη σειρά. Μπροστά – μπροστά οι ανάπηροι, το μπαστούνι τους να χτυπάει την άσφαλτο (τικ-τικ-τακ) και θα με βελονιάζει εμένα για όλο εκείνο τον κόσμο που δεν ένιωσε τη χαρά της ζωής… θα ’ρθουν κι απόψε… θα ’ρθουν κι απόψε… Θα τους πω, λοιπόν, ότι πήγα στην πατρίδα του Λεωνίδα κι ήρθε πολύς κόσμος εκεί και κάναμε κουβέντα.

«Ε, λοιπόν, τα χρόνια της ζήσης μου θα μου τα δώσουνε;»

Θα του απαντήσω ότι τα χρόνια της ζήσης σου, Νίκο, δεν θα σου τα δώσουνε, αλλά τα ανεκπλήρωτα όνειρα όλης της δικής μας γενιάς, πιστεύω ότι αυτοί οι άνθρωποι θα τα κάνουνε πράξη» .

Μανώλης Γλέζος

Σπάρτη 29 Νοεμβρίου 2011