“Le bon droit de la droite” (Το “καλό” δίκαιο της δεξιάς)

γράφει η Νάντια Σκιαδά


Περί της “καυλαυνανιστικής”, “σταλινικής” αυταρέσκειας της δεξιάς

Στα γαλλικά η λέξη “droit” μπορεί να αναφέρεται στο “δίκαιο” και ταυτόχρονα σε αυτό που είναι “ευθυτενές”, “ορθό”. Αν κανείς στο τέλος του “δίκαιου” και “ευθυτενούς” προσθέσει το λατινικό γράμμα “e”, ως εκ θαύματος, γεννιέται η λέξη “δεξιά” – la droite.

Αυτό με κάνει να σκεφτώ πως θα ήταν κάποιου ίσως “γαλλομαθούς” ως φαίνεται, η σύνδεση της εκ των δεξιών πεποιθήσεως, πως ως τέτοιας τις αξίζουν μεγαλοπρεπώς όλα τα δικαιώματα του πλανήτη, οι υπόλοιποι… ρήτορες ή μη, “σκασμός καθώς πολύ εμίλησαν”… καλά θα κάνουν να καπνίσουν το ταμπάκο τους, κοινώς: τουμπεκί.

Το “δικαίωμα” αυτό που ηδονιζόμενη πιστεύει πως έχει η δεξιά, εφόσον στην νέα Ελλάδα, σαν βλεννώδης σκιά, σαν βδέλλα, κόλλησε στην από αρχαίας Ελλάδας λέξη “δημοκρατία”, την λέξη “νέα”, για να μας πει τελικά πως όσοι δεν είναι “νεοδημοκράτες”, ΔΕΝ είναι δημοκράτες, άρα, αυθαιρέτως και διόλου δημοκρατικά, δεν έχουν δικαίωμα δικαιωμάτων…

Βέβαια… κάνοντας μια παρένθεση, αναρωτιέμαι αν στα δύο χρόνια που ήταν ακόμα εν ζωή ο Μάο Τσε Τουνγκ, έμαθε πως ήταν ένα βιβλίο του η έμπνευση να ονομαστεί το δεξιό αυτό κόμμα στη μακρινή αλλά παγκοσμίως γνωστή Ελλάδα, “Νέα Δημοκρατία”, καθώς όπως λέγεται και γράφει ο Μανώλης Κοττάκης στο “Καραμανλής off the record” ο εθνάρχης βρέθηκε να διαβάζει στο Παρίσι το βιβλίο του ιδρυτή του κόμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και συγκράτησε τον τίτλο του, καθώς του άρεσε σαν μήνυμα.

Θεωρούν λοιπόν οι πάσης φύσεως δεξιοί -που βγάζουν χειμώνες υπό την κουκούλα του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, πως όσοι μαζί δεν κουκουλώνονται, κι εφόσον σε κανενός είδους “δημοκρατίας” κόμμα δεν ανήκουν, δεν έχουν δικαίωμα να ομιλούν, πόσο μάλλον να εκφράζουν ερωτήματα (έστω κι αν αυτά είναι ρητορικά, δια το σωκρατικόν του πράγματος), ή ακόμα χειρότερα διαφωνίες, καθώς κατά την γνώμη τους, είναι, λιγότερο δημοκράτες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, κάπου εκεί ανάμεσα στη γνωστή συζήτηση όπου Στάλιν – Χίτλερ παίρνουν θέση στη ζυγαριά ώστε να αποδειχθούν στην καλύτερη ισοβαρείς, καθώς διάολε “είμεθα δημοκράτες” και μακριά από εμάς τα δύο άκρα.

Δεν είναι μάλιστα λίγες οι φορές που, προκειμένου να επιβάλλουν το σκασμό (!), απευθύνονται στον μη (νέο) δημοκράτη φέροντα οποιασδήποτε αντίθετης ιδέας, επιδεικτικά, με περίσσεια περηφάνια, με τον όρο “φασίστα”, επιμένοντας μάλιστα σε τέτοιου είδους αναφορές για όποιον δεν ακολουθεί την φιλελεύθερη παράταξή τους. “Αυτιστικά” θα λέγαμε, αρνούμενοι να έρθουν σε επαφή με οποιαδήποτε αίσθησή τους. “Δεν άκουσα, δεν είδα, δεν άγγιξα”.

Επειδή όμως οι δικές μου αισθήσεις ακόμα λειτουργούν και καθώς νιώθω πως κάπου εδώ (ή και από καιρό) περνάμε σε σχιζοφρενή ζώνη, να παραθέσω τα λόγια ενός πραγματικού φασίστα ώστε να ψάξει έκαστος ενδιαφερόμενος να βρει ομοιότητες και διαφορές

“Οι αντίπαλοι κατηγορούν εμάς τους εθνικοσοσιαλιστές, και ειδικότερα εμένα, ότι είμαστε αδιάλλακτοι και ασυμβίβαστοι άνθρωποι. Λένε πως απορρίπτουμε κάθε συνεργασία με άλλα κόμματα. Πρέπει εδώ να εξηγήσω κάτι: Οι κύριοι έχουν απόλυτο δίκιο, είμαστε αδιάλλακτοι. Έβαλα ένα στόχο στον εαυτό μου: Να καθαρίσω την Γερμανία από τα 30 κόμματα” (από ομιλία του Χίτλερ. 1932)

και ν’ αναρωτηθεί…

Ημιμαθείς της γαλλικής λοιπόν ή … “ολίγον” από φασίστες;